Πέμπτη, 9 Ιουνίου 2011

ακούω την αγάπη


μετά από τις τρύπες και την δοκιμασία του να περάσει μπροστά από την κινηματογραφική κάμερα του νικολαίδη για το ο χαμένος τα παίρνει όλα (μια παιδική χαρά σε φάση) και ένα καλοκαίρι σε συνεργασία με τον θανάση παπακωσταντίνου,   πήγαμε να τον δούμε σε μια εμφάνιση του σε ένα  καλοκαιρινό φεστιβάλ (του συνασπισμού νομίζω). οι πιτσιρικάδες μπροστά έλεγαν ότι του μίλησαν backstage και ότι θα έπαιζε τρύπες, και έτσι κυκλοφόρησε αρβύλα από στόμα σε στόμα. Αν δεχτείς ότι μικρόφωνο τοποθετημένο στο ύψος του στόματος δεν υπήρχε οι τρύπες θα ήταν μάλλον το τελευταίο που έπαιζε να ακούσουμε.  Στην σκήνη μαζί του ανέβηκε ένα πρώιμο σχέδιο από τους επισκέπτες και μαζί του για κανά 75λέπτο ταξίδεψαν σε ηχοτόπια ξένα για το κοινό του. Η απομυθοποίηση όμως αφορούσε τους θεατές και όχι τον δημιουργό, όταν σιγά σιγά οι φανατικοί και οι στρατευμένοι άρχιζαν να αδειάζουν την εξέδρα. Όλο το βράδυ έκανε dj set σε ambient, jazz, house, industrial και ότι ταίριαζε στην νύχτα μας. Δεν είχε τύχει να ξαναδώ κοινό να φεύγει από συναυλία σε τέτοιο ρυθμό και μέγεθος. Ούτε καν μια ευκαιρία στην αλλαγή. Κάποιοι εκείνο το βράδυ έθαψαν τον ρόκερ που τάιζε τις ονειρώξεις τους.

Ένα χρόνο μετά κυκλοφόρησαν  οι ανάσες των λύκων μαζί με τον νίκο βελιώτη, μεγάλο Σάββατο τρέξιμο να βρούμε το cd και ακρόαση πριν την ανάσταση, σε κλίμα αντίστοιχο , ποιος κάιγεται απόψε και μύρισε η πόλη αγάπη.  Δική του εταιρία, μεγάλη παρέα να έρχεται και όλα από την αρχή. Ο ήχος δύσκολος και όχι ο αναμενόμενος.        Ή μάλλον πιο σωστά, τελικά ο νέος ήχος ήταν  ο αναμενόμενος. Η αλλαγή σε αυτό, που έβαζε κρυφά στα ποιήματα του, αυτό που ήταν βαθιά μέσα στις τρύπες. Οι φανατικοί ευτυχώς ή δυστυχώς είναι ακόμη μακριά.
Σε μια συναυλία στην opera ο κόσμος αρκετός, οι δυο τους παγωμένοι και αυστηροί όπως η μουσική τους και τα βλέμματα τους γυμνά πάνω μας, στο νέο τους κοινό. Αυτός μένει για αρκετή ώρα μαζί μας και φεύγω ενώ  ρίχνει χιόνι και σκάει και το λάστιχο 5λεπτά πριν το σπίτι. Γκαντεμιά και αστεία για την γκρίνια του γιάννη για τις μικρές εισπράξεις τους. Του έχω κολλήσει ταμπέλα φραγκοφονιά.
Το επόμενο χρόνο ήρθε σπίτι, δηλαδή όχι ακριβώς αυτός, εγω έβαλα μια περούκα με μακριά μαλλιά και χύμα μαύρα ρούχα σαν τσουβάλι και πήρα βαριά προφορά σαλονίκης. Το αστείο κράτησε και πέρασε.
Στην επόμενη δουλειά μέχρι και ο τσίπρας βρήκε να απαντήσει σε μια μήνυση του βγενόπουλου σιγά μην κλάψω σιγά μην φοβηθώ. Συναυλία στο αίγιο και ευτυχώς κόσμος πολύς. Η γυναίκα μου του κάνει δώρο έναν πίνακα που είχε ζωγραφίσει με τον ίδιο ως θέμα. Ακόμη τον ψάχνω στον τοίχο.  Η παρέα του είναι μεγάλη, και τον ξανανιώνει. Τη  επόμενη χρονιά τον ρωτάμε αν θυμάται τίποτα, παπάδες,  μάλλον τον πούλησε της λέω.

Τσακώνομαι με τους φίλους μου για τον αστικό μύθο ροκερ ίσον πρέζα, το λέει και σε μια συνέντευξη στους schooligans.  Όμως κάποιοι εξακολουθούν να ξέρουν καλύτερα από τον ίδιο, και επιμένουν ρόκερ=ναρκωτικά.  
Ξαναδιαβάζω το πώς τολμάς και νοσταλγείς τσόγλανε , στην γυναίκα μου λέω ένα ποιήμα του για δικό μου, και μου λέει ότι είναι μπαρούφα (Πριν αρχίσουν όλα Είχαν κιόλας αρχίσει Πριν φτάσω ήμουν ήδη εκεί Τα ίχνη μου και ο δρόμος προϋπήρχαν Τ ακολούθησα Βρήκα ένα σπίτι στις φλόγες Μπήκα μέσα και του έβαλα φωτιά). Μια εβδομάδα μετά αποκαλύπτω την αλήθεια, προς έκπληξη μου επιμένει ότι δεν της αρέσει, και την παραδέχομαι στην σταθερότητα της κρίσης της. Το καλοκαίρι θα έχεις συναυλία στο πήλιο, στην αργαλαστή, ψάχνουμε τις ημερομηνίες και δεν βγαίνουν, πάμε μια εβδομάδα μετά. Ε αντέχουμε διακοπές και χωρίς αυτόν, πάλι καλά.

Το επόμενο καλοκαίρι συναυλία στο διακοφτό, ανάμεσα στο κοινό μερικοί κολλημένοι και αγκομαχητές, τους την βγαίνει με την απαραίτητη εγωϊστική ειρωνεία όταν θέλει και φεύγουν μάλλον ψιλοσπασμένοι.
Ξανατσακώνομαι γιατί πάλι λέει ότι δεν έχει πάρει ποτέ πρέζα, τι άλλο θέλουν για να το πιστέψουν μερικοί. Δεν είναι ο κλασικός μυθικός ροκάς, είναι ο δικός του μύθος ρε αδέλφια.
Σε εκέινη την συναυλία του θανάση παπακωσταντίνου είχε πεταχτεί σαν ένα τσουβάλι πεταμένο και κολλημένο, γεμάτο φορτία με ποίηση και μουσική που έβγαλε τα χρόνια μετά. Φέτος στεκόταν και δεν στεκόταν,  σαν έτοιμος από καιρό, λίγο κουρασμένος σαν εκείνους τους ταξιδιώτες από τον κρόνο που λέει που και που.
Γυρίστηκε και ντοκυμαντέρ τρομάρα του από μια πιτσιρίκα που τον είχε στο κατόπι κανένα δίχρονο, δεν ξέρουμε αν έπαιξε τίποτα, αλλά η αγγελική αριστομενοπούλου στην ταξιδιάρα ψυχή έγραψε κάποια από αυτά που δεν ξέραμε και δεν θα μαθαίναμε ποτέ.


Πάνω στην ντουλάπα αφήσαμε ένα αρκουδάκι που ντύσαμε με ένα φανελάκι που γράφει ‘’με αγάπη στην .............  γιάννης’’. Την επόμενη χρονιά τον ρωτάμε αν το θυμάται. Ναι καλά θα θέλες μας λέει λίγο πολύ, από τα ναρκωτικά μου λέει η κατερίνα, ε καλά δεν πάτε καλά ξεκολλήστε απαντώ.
Μερικές βραδιές βαράει ακόμη  στα desk σε μπαράκια στην θεσαλλονίκη τις ίδιες μουσικές που ακούσαμε τότε στο φεστιβάλ, αλλά μάλλον αυτό δεν θα ξανατύχει να το δούμε οι υπόλοιποι. Και σαν dj μια χαρά θα τα πήγαινε. Σε μια συνέντευξη του φέτος πάντως είπε ότι μουσική με την κλασική έννοια νότες κλπ δεν μπανίζει. Μιλάει με την μουσική και αυτή του βγαίνει. Αυτό που τον τροφοδοτεί με ενέργεια τα τελευταία χρόνια είναι οι επισκέπτες, μια μεγάλη μπάντα νέα παιδιά που αναζωογόνησαν την σχέση του με την μουσική του και εμάς,  και αυτοί μάλλον τον βλέπουν σαν τον δάσκαλο τους.  
Πριν από πολλά χρόνια όταν κάτι μαγκίτες είχαν διακόψει την συναυλία με τις τρύπες αυτός είχε ρωτήσει από την σκηνή Αυτό σας έμαθαν οι τρύπες;
Δεν ξέρω και δεν με ενδιαφέρει τι θα αφήσει σαν αποτύπωμα και τι μου έμαθαν οι τρύπες, αυτό που μετράει δεν είναι η μουσική αλλά αυτά που ζήσαμε μαζί της, το soundtrack που έντυσε την ζωή μου και την ζωή σου. Ακόμη και όταν δεν υπήρχε ταινία, ακόμη και όταν έπαιζε μόνο μουσική. Αυτά που κρατάμε είναι αυτά που αφήσαμε να γίνουν, να συμβούν. Ότι ντύσαμε στην γοητεία του αναπάντεχου, σε αυτό που ήλθε χωρίς να το καλέσουμε και σε αυτό που διώξαμε ενώ το θέλαμε .  Δεν ξέρω πώς συμβαίνει,
μια σπίθα τόση δα να με ζεσταίνει, να ζω μια ολόκληρη ζωή κάθε στιγμή.
Για αυτόν και μόνο τον στίχο θα μείνω εκεί σε αυτό που έζησα μέσα, έξω και παντού.

Σιγά σιγά στις συναυλίες περνάμε στις πάνω ηλικίες, στα 38 μου φέτος στην ακτή δυμαίων φέτος με τον σαδίκη και τον αραμπατζή και πέρσι στο λιθογραφείο, είμαστε δίπλα σε πιτσιρίκια. Λίγα τα άσπρα μαλλιά.
Τι σκατά έγιναν  οι 45αρηδες που άκουγαν τρύπες και θα άλλαζαν τον κόσμο, που στο καλό κόλλησαν, σε ποια άδεια πατρίδα;

 Γιώργος δ.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου